Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένα μικρό όργανο που βρίσκεται χαμηλά στον τράχηλο, αντίστοιχα προς την πρόσθια επιφάνεια του. Η θέση και το σχήμα του θυμίζουν θυρεό, από όπου έλαβε και το όνομά του. Το βάρος του θυρεοειδούς είναι μόλις 15 – 25 γραμμάρια. Εντούτοις, παρά το μικρό του μέγεθος, ο θυρεοειδής αδένας διαδραματίζει βασικό ρόλο στη λειτουργία σχεδόν όλων των οργάνων του σώματος, ρυθμίζοντας το μεταβολισμό τους. Στο θυρεοειδή αδένα συναντούμε δύο ειδών κυττάρων: τα θυλακιώδη κύτταρα (που παράγουν και εκκρίνουν τις θυρεοειδικές ορμόνες) και τα παραθυλακιώδη ή C-κύτταρα (που περιέχουν και παράγουν την καλσιτονίνη).

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αναπτύσσεται από τα δύο αυτά είδη κυττάρων. Από τα θυλακιώδη κύτταρα αναπτύσσεται ο πιο συνηθισμένος τύπος καρκίνου θυρεοειδούς (ο διαφοροποιημένος καρκίνος θυρεοειδούς) και από τα παραθυλακιώδη κύτταρα ο μυελοειδής καρκίνος θυρεοειδούς. Υπάρχουν και άλλες αρκετά σπανιότερες μορφές καρκίνου θυρεοειδούς, όπως το αναπλαστικό καρκίνωμα ή άλλα νεοπλάσματα (π.χ. λέμφωμα).

Ο καρκίνος του θυροειδούς είναι η συνηθέστερη μορφή καρκίνου ενδοκρινών αδένων. Η συχνότητά του βαίνει σταθερά αυξανόμενη στη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών (από 4.9 ανά 100.000 άτομα το 1975 σε 14.3 ανά 100.000 άτομα το 2016). Η αύξηση της συχνότητας του καρκίνου θυρεοειδούς είναι μεγαλύτερη από την αύξηση της συχνότητας οποιασδήποτε άλλης μορφής καρκίνου. Μεγαλύτερη αύξηση της συχνότητας του καρκίνου θυρεοειδούς παρατηρείται στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Εκτιμάται ότι η αύξηση του αριθμού των καρκίνων θυρεοειδούς είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Η μέση ηλικία όταν τίθεται η διάγνωση είναι 49 έτη στις γυναίκες και 53 έτη στους άνδρες. Σπάνια, ο καρκίνος του θυρεοειδούς μπορεί να παρατηρηθεί και σε παιδιά ή εφήβους.

Έχουν αναγνωριστεί διάφοροι παράγοντες κινδύνου που συνδέονται με τον καρκίνο θυρεοειδούς, όπως η έκθεση σε ακτινοβολία κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό (ιστορικό καρκίνου θυροειδούς σε περισσότερους από 2 ή κατ’ άλλους 3 συγγενείς πρώτου βαθμού, ιδιαίτερα όταν η διάγνωση τέθηκε σε μικρή ηλικία) και κάποιοι άλλοι λιγότερο σαφείς παράγοντες κινδύνου (όπως περιβαλλοντικοί παράγοντες/έκθεση σε διάφορους βλαπτικούς παράγοντες στον εργασιακό χώρο, η χρόνια ηπατίτιδα C, ο μεγάλος αριθμός κυήσεων και η μεγάλη ηλικία στην πρώτη κύηση κλπ.). Η αποφυγή έκθεσης σε ακτινοβολία στην παιδική ηλικία είναι σημαντική για την πρόληψη του καρκίνου θυρεοειδούς. Η πρόληψη της ιωδοπενίας μπορεί επίσης να προλάβει την εμφάνιση όζων θυρεοειδούς, από τους οποίους περίπου το 5 – 8 % είναι κακοήθεις (καρκίνος).

Ο καρκίνος θυρεοειδούς μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορα κλινικά συμπτώματα και σημεία, όπως ψηλαφητή μάζα στον τράχηλο (όζος θυρεοειδούς), που έχει σκληρή υφή, αλλαγή της φωνής (βραχνάδα), διόγκωση των λεμφαδένων του τραχήλου λόγω μεταστάσεων σε αυτούς, δυσκολία στην αναπνοή, αίσθημα ξένου σώματος ή βάρους στον τράχηλο κλπ. Σήμερα εντούτοις οι περισσότεροι καρκίνοι θυρεοειδούς διαγιγνώσκονται με τη βοήθεια του υπερηχογραφήματος που συχνά γίνεται για άλλο λόγο (π.χ. έλεγχος καρωτίδων, παρακολούθηση άλλης πάθησης του θυρεοειδούς κλπ.). Συχνά επίσης ο καρκίνος θυρεοειδούς αποτελεί τυχαίο εύρημα στην ιστολογική εξέταση του θυρεοειδούς μετά από θυρεοειδεκτομή στην οποία υποβάλλεται ο ασθενής για άλλο λόγο (π.χ. βρογχοκήλη).

Η διάγνωση τίθεται με την κλινική εξέταση και την απεικονιστική-εργαστηριακή διερεύνηση του ασθενούς. Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει την επισκόπηση και την ψηλάφηση του τραχήλου. Πιθανά ευρήματα στην κλινική εξέταση είναι η παρουσία ψηλαφητής σκληρίας ή διογκωμένων λεμφαδένων. Η διάγνωση σήμερα μπορεί να τεθεί και να επιβεβαιωθεί πριν την επέμβαση με δύο βασικές εξετάσεις: το υπερηχογράφημα θυρεοειδούς και την παρακέντηση κάθε ύποπτης βλάβης με λεπτή βελόνη (FNA). Υπάρχουν συγκεκριμένα ευρήματα στο υπερηχογράφημα που υποδηλώνουν αυξημένη πιθανότητα να υποκρύπτεται καρκίνος, όπως υποηχογένεια ενός όζου, αυξημένη εσωτερική χαοτική αγγείωση, ανώμαλα όρια του όζου, επέκταση του όζου εκτός του θυρεοειδούς, μικροαποτιτανώσεις εντός του όζου, κάθετος προσανατολισμός του όζου, παθολογικά διογκωμένοι τραχηλικοί λεμφαδένες κλπ. Η διάγνωση μπορεί να επιβεβαιωθεί με την κυτταρολογική εξέταση του υλικού που λαμβάνεται με την FNA. O ρόλος του σπινθηρογραφήματος στον καρκίνο του θυρεοειδούς έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μέθοδοι απεικόνισης, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία, συνήθως για τον έλεγχο της έκτασης της νόσου κυρίως όσον αφορά την διήθηση παρακειμένων οργάνων από τον καρκίνο (π.χ. τραχείας, οισοφάγου, μεγάλων αγγείων κλπ.). Συνήθως οι θυρεοειδικές ορμόνες είναι εντός των φυσιολογικών ορίων. Συχνά παρατηρείται αύξηση της θυρεοσφαιρίνης, που όμως αυξάνεται και σε καλοήθεις παθήσεις του θυρεοειδούς και έτσι δεν έχει αξία για τη διάγνωση του καρκίνου θυρεοειδούς. Τέλος, στον μυελοειδή καρκίνο θυρεοειδούς παρατηρείται χαρακτηριστικά αύξηση των επιπέδων καλσιτονίνης στο αίμα. Μάλιστα η αύξηση αυτή έχει σχέση με το πόσο εκτεταμένο είναι το μυελοειδές καρκίνωμα (όσο περισσότερο εκτεταμένο είναι τόσο περισσότερο αυξημένα είναι τα επίπεδα καλσιτονίνης).

Η έγκαιρη διάγνωση είναι σήμερα δυνατή με τη βοήθεια του υπερηχογραφήματος, το οποίο μπορεί να αναγνωρίσει καρκίνους πολύ μικρής διαμέτρου (λίγων χιλιοστών). Ο περιοδικός έλεγχος για καρκίνο θυρεοειδούς δεν συνιστάται για τον γενικό πληθυσμό από τους διάφορους επιστημονικούς φορείς, θα πρέπει όμως να γίνεται σε ομάδες αυξημένου κινδύνου (βλ. παραπάνω) και κυρίως όταν υπάρχει ισχυρό οικογενειακό ιστορικό.

Ο θηλώδης καρκίνος είναι η συνηθέστερη μορφή καρκίνου θυρεοειδούς. Αντιστοιχεί στο 85 – 90 % του συνόλου των καρκίνων του θυρεοειδούς. Ακολουθεί (κατά σειρά συχνότητας) ο θυλακιώδης καρκίνος που αντιστοιχεί στο 5 – 10 % των καρκίνων θυρεοειδούς. Από κοινού ο θηλώδης και ο θυλακιώδης καρκίνος χαρακτηρίζονται σαν διαφοροποιημένος καρκίνος θυρεοειδούς. Ο μυελοειδής καρκίνος είναι σπανιότερος (περίπου 2 % των καρκίνων του θυρεοειδούς). Υπάρχει τέλος και ο αναπλαστικός καρκίνος, που είναι μία σπάνια μορφή καρκίνου θυρεοειδούς (< 2 %) και παρατηρείται σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας.

Ο όρος ΄σταδιοποίηση΄ του καρκίνου θυρεοειδούς περιγράφει τον βαθμό επέκτασης της νόσου. Βασίζεται στο μέγεθος του καρκίνου του θυρεοειδούς (παράμετρος Τ), στην παρουσία ή όχι μεταστάσεων στους λεμφαδένες του τραχήλου (παράμετρος Ν) και στην ύπαρξη ή όχι μεταστάσεων σε μακρινά όργανα (παράμετρος Μ). Με βάση τις τρεις αυτές παραμέτρους, ο καρκίνος του θυρεοειδούς ταξινομείται σε τέσσερα στάδια (Ι, ΙΙ, III και IV). H σταδιοποίηση γίνεται με βάση τα αποτελέσματα του προεγχειρητικού ελέγχου, των ευρημάτων στη διάρκεια της επέμβασης και των ευρημάτων της ιστολογικής. Η ακριβής σταδιοποίηση του καρκίνου θυρεοειδούς έχει μεγάλη σημασία τόσο για το σχεδιασμό της σωστής θεραπευτικής αντιμετώπισης του ασθενούς, όσο και για την εκτίμηση της πρόγνωσης.

Οι θεραπευτικές επιλογές είναι η χειρουργική αντιμετώπιση, η επικουρική θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, η θεραπεία καταστολής, η εξωτερική ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία.

Η χειρουργική αποτελεί τη βασική μέθοδο θεραπευτικής αντιμετώπισης του καρκίνου θυρεοειδούς. Ανάλογα με τα ευρήματα του προεγχειρητικού ελέγχου, η χειρουργική αντιμετώπιση περιλαμβάνει την ολική θυρεοειδεκτομή, με λεμφαδενικό καθαρισμό του τραχήλου σε επιλεγμένους ασθενείς. Για να αποφασιστεί το αν θα γίνει ή όχι λεμφαδενικός καθαρισμός έχει μεγάλη σημασία να γίνει πριν το χειρουργείο η λεγόμενη χαρτογράφηση λεμφαδένων τραχήλου (με υπερηχογράφημα). Σε περιπτώσεις επέκτασης του καρκίνου εκτός του θυρεοειδούς μπορεί να χρειαστεί στη διάρκεια της επέμβασης να γίνει ταυτόχρονη αφαίρεση και των διηθημένων παρακειμένων οργάνων (συχνά του στερνοθυρεοειδούς ή του στερνοϋοειδούς μυός). Ειδικά στο αδιαφοροποίητο καρκίνωμα θυρεοειδούς η αφαίρεση του θυρεοειδούς μπορεί να μην είναι εφικτή, λόγω της ταχείας επέκτασης της νόσου που διηθεί σε μεγάλη έκταση ζωτικά παρακείμενα όργανα. Η χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, έτσι ώστε να είναι ριζική επιτυγχάνοντας την πλήρη -ει δυνατόν- αφαίρεση του όγκου, αποφεύγοντας εντούτοις τις πιθανές επιπλοκές (π.χ. κάκωση λαρυγγικών νεύρων, παραθυρεοειδών αδένων, τραχείας, οισοφάγου, μεγάλων αγγείων κλπ.).

Ανάλογα με τα αποτελέσματα της ιστολογικής, ακολουθεί μετά την επέμβαση επικουρική θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, που έχει θέση μόνο στο θηλώδες ή θυλακιώδες καρκίνωμα (όχι στο μυελοειδές, ούτε στο αναπλαστικό). Η επικουρική θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο βασίζεται στην ικανότητα των θυλακιωδών κυττάρων να προσλαμβάνουν το ιώδιο και έτσι – αν μετά την επέμβαση έχουν παραμείνει κάποια κύτταρα στον οργανισμό που μπορεί να μην είναι ανιχνεύσιμα με κανένα τρόπο – τα κύτταρα αυτά προσλαμβάνουν εκλεκτικά το χορηγούμενο ραδιενεργό ιώδιο που τα καταστρέφει με την ακτινοβολία που εκπέμπει.

Η θεραπεία καταστολής περιλαμβάνει τη χορήγηση θυρεοειδικής ορμόνης σε σχετικά αυξημένες δόσεις ώστε να διατηρείται σε καταστολή η TSH (μειωμένα επίπεδα TSH). Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η διέγερση προς πολλαπλασιασμό τυχόν κυττάρων που έχουν παραμείνει στον οργανισμό μετά την αρχική αντιμετώπιση. Και πάλι η θεραπεία καταστολής έχει νόημα μόνο στο θηλώδες και στο θυλακιώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς.

Εξωτερική ακτινοθεραπεία χορηγείται σπάνια, σε πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε ασθενείς με πολλαπλές υποτροπές του καρκίνου θυρεοειδούς στον τράχηλο. Τέλος, χημειοθεραπεία χορηγείται σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο.

Μετά τη αρχική θεραπευτική αντιμετώπιση ο ασθενής τίθεται σε πρόγραμμα περιοδικής παρακολούθησης (followup). Συνήθως το πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει περιοδικό υπερηχογράφημα τραχήλου για την ανίχνευση τυχόν υποτροπής της νόσου. Στον διαφοροποιημένο καρκίνο θυρεοειδούς (θηλώδης και θυλακιώδης) γίνεται περιοδική μέτρηση των επιπέδων θυρεοσφαιρίνης στο αίμα. Τυχόν αύξηση των επιπέδων θυρεοσφαιρίνης αποτελεί ένδειξη υποτροπής της νόσου. Στο μυελοειδές καρκίνωμα ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η μέτρηση της καλσιτονίνης στο αίμα. Και πάλι, αύξηση της καλσιτονίνης είναι ένδειξη υποτροπής του μυελοειδούς καρκίνου. Ανάλογα με τα ιδιαίτερα δεδομένα του κάθε ασθενούς μπορεί να χρειαστεί στα πλαίσια του περιοδικού ελέγχου να γίνουν και περισσότερο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία, σπινθηρογράφημα κλπ. Αυτονόητη είναι η ανάγκη παρακολούθησης για την σωστή ρύθμιση της δόσης των θυρεοειδικών ορμονών που χορηγούνται από το στόμα.

EIKONA 1. Αξονική τομογραφία τραχήλου σε ασθενή με καρκίνο θυρεοειδούς (βέλος)
EIKONA 2. Καρκίνος θυρεοειδούς – υπερηχογραφική εικόνα (βέλος)
EIKONA 3. Υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA) ύποπτου για καρκίνο όζου θυρεοειδούς
EIKONA 4. Σχηματική αναπαράσταση - παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA) ύποπτου για καρκίνο όζου θυρεοειδούς
EIKONA 4. Σχηματική αναπαράσταση – παρακέντηση με λεπτή βελόνη (FNA) ύποπτου για καρκίνο όζου θυρεοειδούς